けんいん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έλξη, ρυμούλκηση, μεταφορά, τράβηγμα
  2. 02 οδήγηση (π.χ. οικονομικής ανάπτυξης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
牽引する
Παρόν (ευγενικό)
牽引します
Άρνηση (απλή)
牽引しない
Άρνηση (ευγενική)
牽引しません
Παρελθόν (απλό)
牽引した
Παρελθόν (ευγενικό)
牽引しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
牽引しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
牽引しませんでした
Τε-μορφή
牽引して
Δυνητική
牽引できる
Προστακτική
牽引しろ
Βουλητική
牽引しよう
Υποθετική (ば)
牽引すれば