nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 牽
牽

Τάξη 9| 11 πινελιές | Ρίζα: 牛 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 τραβάω
  2. 02 τραβάω απότομα
  3. 03 σέρνω
  4. 04 οδηγώ από το χέρι

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ケン

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

ひ.く

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 牽制 έλεγχος, συγκράτηση, περιορισμός, αναχαίτιση, αποτροπή (από το να κάνει κάτι)
  • 牽引 έλξη, ρυμούλκηση, μεταφορά, τράβηγμα
  • 牽強付会 τραβηγμένος (επιχείρημα, ερμηνεία κ.λπ.), τραβηγμένος από τα μαλλιά (θεωρία, άποψη κ.λπ.), αναγκαστικός, επιτηδευμένος, στρεβλός (συλλογισμός)
  • 牽引力 ελκτική δύναμη
  • 牽牛 Αλτάιρ (αστέρας στον αστερισμό του Αετού), άλφα του Αετού
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων