牽強付会
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός τραβηγμένος (επιχείρημα, ερμηνεία κ.λπ.), τραβηγμένος από τα μαλλιά (θεωρία, άποψη κ.λπ.), αναγκαστικός, επιτηδευμένος, στρεβλός (συλλογισμός)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 牽強付会する
- Παρόν (ευγενικό)
- 牽強付会します
- Άρνηση (απλή)
- 牽強付会しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 牽強付会しません
- Παρελθόν (απλό)
- 牽強付会した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 牽強付会しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 牽強付会しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 牽強付会しませんでした
- Τε-μορφή
- 牽強付会して
- Δυνητική
- 牽強付会できる
- Προστακτική
- 牽強付会しろ
- Βουλητική
- 牽強付会しよう
- Υποθετική (ば)
- 牽強付会すれば
- Υποθετική (たら)
- 牽強付会したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 牽強付会したい
- Απαγορευτική (~な)
- 牽強付会するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 牽強付会しなさい
- Παθητική
- 牽強付会される
- Αιτιατική
- 牽強付会させる