がんろう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίζω με κάτι, περιπαίζω
  2. 02 μεταχειρίζομαι κάποιον σαν παιχνίδι, αντιμετωπίζω κάποιον επιπόλαια

Κλίση

Παρόν (απλό)
玩弄する
Παρόν (ευγενικό)
玩弄します
Άρνηση (απλή)
玩弄しない
Άρνηση (ευγενική)
玩弄しません
Παρελθόν (απλό)
玩弄した
Παρελθόν (ευγενικό)
玩弄しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
玩弄しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
玩弄しませんでした
Τε-μορφή
玩弄して
Δυνητική
玩弄できる
Προστακτική
玩弄しろ
Βουλητική
玩弄しよう
Υποθετική (ば)
玩弄すれば