甲斐
επίθημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επίθημα αποτέλεσμα (που καθιστά μια πράξη αξιόλογη), αξία (στο να κάνει κανείς κάτι), όφελος, αντίκτυπο, χρησιμότητα, πλεονέκτημα
Παραδείγματα
- 遣り甲斐 やりがい η αξία μιας δραστηριότητας, η αίσθηση ότι κάτι αξίζει να γίνει, η ανταποδοτική αίσθηση, το αίσθημα ικανοποίησης
- し甲斐 しがい αξία κατά την εκτέλεση μιας ενέργειας, αίσθηση ότι κάτι αξίζει τον κόπο, αίσθημα ικανοποίησης από την ανταμοιβή μιας προσπάθειας
- 友達甲斐 ともだちがい αληθινή φιλία
- 年甲斐 としがい ηλικία κάποιου