癒いやす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θεραπεύω, γιατρεύω, ικανοποιώ (π.χ. πείνα, δίψα), ανακουφίζω (π.χ. λύπη, κούραση)

Παραδείγματα

  • この音楽おんがくは心こころを癒いやします。

    Αυτή η μουσική χαλαρώνει την ψυχή μου.

  • 冷つめたい水みずが喉のどの渇かわきを癒いやしてくれました。

    Το κρύο νερό μου έσβησε τη δίψα.

  • 長旅ながたびで疲労困憊ひろうこんぱいだったが、温泉おんせんに浸ひたかると心身しんしんともに癒いやされた。

    Ήμουν εξουθενωμένος από το μακρύ ταξίδι, αλλά μόλις βυθίστηκα στις ιαματικές πηγές, ηρέμησα ψυχικά και σωματικά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
癒す
Παρόν (ευγενικό)
癒します
Άρνηση (απλή)
癒さない
Άρνηση (ευγενική)
癒しません
Παρελθόν (απλό)
癒した
Παρελθόν (ευγενικό)
癒しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
癒さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
癒しませんでした
Τε-μορφή
癒して
Δυνητική
癒せる
Προστακτική
癒せ
Βουλητική
癒そう
Υποθετική (ば)
癒せば