発破をかける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πυροδοτώ εκρηκτικό
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα βάζω τις φωνές σε κάποιον, παρακινώ κάποιον με σκληρά λόγια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 発破をかける
- Παρόν (ευγενικό)
- 発破をかけます
- Άρνηση (απλή)
- 発破をかけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 発破をかけません
- Παρελθόν (απλό)
- 発破をかけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 発破をかけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 発破をかけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 発破をかけませんでした
- Τε-μορφή
- 発破をかけて
- Δυνητική
- 発破をかけられる
- Προστακτική
- 発破をかけろ
- Βουλητική
- 発破をかけよう
- Υποθετική (ば)
- 発破をかければ
- Υποθετική (たら)
- 発破をかけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 発破をかけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 発破をかけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 発破をかけなさい
- Παθητική
- 発破をかけられる
- Αιτιατική
- 発破をかけさせる