さか

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: もる

  1. 01 ζωηρεύω, αποκτώ ορμή, γίνομαι πιο δραστήριος
  2. 02 παρωχημένο ευημερώ, ακμάζω, ανθίζω
  3. 03 βρίσκομαι σε οίστρο, ζευγαρώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
盛る
Παρόν (ευγενικό)
盛ります
Άρνηση (απλή)
盛らない
Άρνηση (ευγενική)
盛りません
Παρελθόν (απλό)
盛った
Παρελθόν (ευγενικό)
盛りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
盛らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
盛りませんでした
Τε-μορφή
盛って
Δυνητική
盛れる
Προστακτική
盛れ
Βουλητική
盛ろう
Υποθετική (ば)
盛れば