盛る
ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: さかる
- 01 σερβίρω (σε μπολ, πιάτο κ.λπ.), βάζω σε πιάτο, γεμίζω (ένα μπολ)
- 02 στοιβάζω, συσσωρεύω, γεμίζω
- 03 χορηγώ (φάρμακο, δηλητήριο), δίνω δόση, συνταγογραφώ
- 04 βάζω, ενσωματώνω (π.χ. πληροφορίες σε αναφορά, νόημα σε δήλωση)
- 05 χαράζω (π.χ. κλίμακα), βαθμολογώ (π.χ. θερμόμετρο)
- 06 αργκό υπερβάλλω, βάζω έντονο μακιγιάζ
Παραδείγματα
-
お皿に料理を盛ります。
Θα σερβίρω το φαγητό στο πιάτο.
-
どんぶりにラーメンを山盛に盛ってくれた。
Μου έβαλαν ένα μπολ με ράμεν γεμάτο μέχρι πάνω.
-
Aさんは話を盛って面白くするのが得意だ。
Ο Α είναι πολύ καλός στο να υπερβάλλει στις ιστορίες του για να τις κάνει πιο ενδιαφέρουσες.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 盛る
- Παρόν (ευγενικό)
- 盛ります
- Άρνηση (απλή)
- 盛らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 盛りません
- Παρελθόν (απλό)
- 盛った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 盛りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 盛らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 盛りませんでした
- Τε-μορφή
- 盛って
- Δυνητική
- 盛れる
- Προστακτική
- 盛れ
- Βουλητική
- 盛ろう
- Υποθετική (ば)
- 盛れば
- Υποθετική (たら)
- 盛ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 盛りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 盛るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 盛りなさい
- Παθητική
- 盛られる
- Αιτιατική
- 盛らせる