目め

ουσιαστικό, επίθημα | N5 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: もく

  1. 01 μάτι, βολβός του ματιού
  2. 02 όραση, ματιά, όψη
  3. 03 βλέμμα, κοίταγμα, ματιά
  4. 04 προσοχή, παρατήρηση, βλέμμα (του κόσμου, του κοινού κ.λπ.)
  5. 05 εμπειρία
  6. 06 άποψη, οπτική γωνία
  7. 07 διάκριση, οξυδέρκεια, κρίση, μάτι (π.χ. για την ποιότητα)
  8. 08 εμφάνιση, όψη
  9. 09 πιθανότητα (επιτυχίας), δυνατότητα (καλού αποτελέσματος)
  10. 10 κενό (ανάμεσα σε νήματα δικτύου, πλέγματος κ.λπ.), άνοιγμα, βελονιά, υφή, πλέξη
  11. 11 νερό (ξύλου, χαρτιού), ίνες (ξύλου, χαρτιού)
  12. 12 μάτι (καταιγίδας, βελόνας κ.λπ.)
  13. 13 διασταύρωση (σε ταμπλό γκο), τετράγωνο (σε σκακιέρα)
  14. 14 κουκκίδα (σε ζάρι), ένδειξη, αριθμός που έρχεται
  15. 15 διαβάθμιση, διαίρεση (κλίμακας)
  16. 16 δόντι (πριονιού, χτένας κ.λπ.)
  17. 17 επίθημα επίθημα τακτικού αριθμού
  18. 18 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα κάπως, -ωπός, -ίσιος
  19. 19 επίθημα σημείο (π.χ. αλλαγής)
  20. 20 μάτι (κενός χώρος μέσα σε ομάδα πετρών)

Παραδείγματα

  • 目めが痛いたい。

    Πονάνε τα μάτια μου.

  • 目めの前まえに広ひろがる景色けしきが美うつくしい。

    Το τοπίο που απλώνεται μπροστά στα μάτια μου είναι πανέμορφο.

  • 長年ながねんの経験けいけんを積つむことで、物事ものごとの本質ほんしつを見抜みぬく目めが養やしなわれる。

    Μετά από χρόνια εμπειρίας, αναπτύσσεις την ικανότητα να διακρίνεις την ουσία των πραγμάτων.