相勤める
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ευγενικό εργάζομαι (σε), απασχολούμαι (σε), υπηρετώ (σε)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 相勤める
- Παρόν (ευγενικό)
- 相勤めます
- Άρνηση (απλή)
- 相勤めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 相勤めません
- Παρελθόν (απλό)
- 相勤めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 相勤めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 相勤めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 相勤めませんでした
- Τε-μορφή
- 相勤めて
- Δυνητική
- 相勤められる
- Προστακτική
- 相勤めろ
- Βουλητική
- 相勤めよう
- Υποθετική (ば)
- 相勤めれば
- Υποθετική (たら)
- 相勤めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 相勤めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 相勤めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 相勤めなさい
- Παθητική
- 相勤められる
- Αιτιατική
- 相勤めさせる