ちゃくでん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λήψη τηλεγραφήματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
着電する
Παρόν (ευγενικό)
着電します
Άρνηση (απλή)
着電しない
Άρνηση (ευγενική)
着電しません
Παρελθόν (απλό)
着電した
Παρελθόν (ευγενικό)
着電しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
着電しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
着電しませんでした
Τε-μορφή
着電して
Δυνητική
着電できる
Προστακτική
着電しろ
Βουλητική
着電しよう
Υποθετική (ば)
着電すれば