石に漱ぎ流れに枕す
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός επιμένω πεισματικά στο λάθος μου, ξεπλένω το στόμα μου με μια πέτρα και ακουμπώ το κεφάλι μου σε ένα ποτάμι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 石に漱ぎ流れに枕すする
- Παρόν (ευγενικό)
- 石に漱ぎ流れに枕すします
- Άρνηση (απλή)
- 石に漱ぎ流れに枕すしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 石に漱ぎ流れに枕すしません
- Παρελθόν (απλό)
- 石に漱ぎ流れに枕すした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 石に漱ぎ流れに枕すしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 石に漱ぎ流れに枕すしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 石に漱ぎ流れに枕すしませんでした
- Τε-μορφή
- 石に漱ぎ流れに枕すして
- Δυνητική
- 石に漱ぎ流れに枕すできる
- Προστακτική
- 石に漱ぎ流れに枕すしろ
- Βουλητική
- 石に漱ぎ流れに枕すしよう
- Υποθετική (ば)
- 石に漱ぎ流れに枕すすれば
- Υποθετική (たら)
- 石に漱ぎ流れに枕すしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 石に漱ぎ流れに枕すしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 石に漱ぎ流れに枕すするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 石に漱ぎ流れに枕すしなさい
- Παθητική
- 石に漱ぎ流れに枕すされる
- Αιτιατική
- 石に漱ぎ流れに枕すさせる