くだ

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάω (σε κομμάτια), συνθλίβω, θρυμματίζω, λιώνω, αλέθω (σε σκόνη), κοπανίζω
  2. 02 συνθλίβω, διαλύω (ελπίδες, την εμπιστοσύνη κάποιου κ.λπ.), ματαιώνω, απογοητεύω
  3. 03 απλοποιώ, κάνω εύκολα κατανοητό

Παραδείγματα

  • こおりくだ

    Σπάω τον πάγο.

  • かれ希望きぼうくだいてしまった。

    Του διέλυσες τις ελπίδες.

  • 複雑ふくざつ理論りろん平易へいい言葉ことばくだいて説明せつめいする。

    Εξηγεί πολύπλοκες θεωρίες με απλά λόγια, ώστε να γίνουν κατανοητές.

Κλίση

Παρόν (απλό)
砕く
Παρόν (ευγενικό)
砕きます
Άρνηση (απλή)
砕かない
Άρνηση (ευγενική)
砕きません
Παρελθόν (απλό)
砕いた
Παρελθόν (ευγενικό)
砕きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
砕かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
砕きませんでした
Τε-μορφή
砕いて
Δυνητική
砕ける
Προστακτική
砕け
Βουλητική
砕こう
Υποθετική (ば)
砕けば