もん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποβολή (μαθητή)
  2. 02 αφορισμός, ανάθεμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
破門する
Παρόν (ευγενικό)
破門します
Άρνηση (απλή)
破門しない
Άρνηση (ευγενική)
破門しません
Παρελθόν (απλό)
破門した
Παρελθόν (ευγενικό)
破門しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
破門しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
破門しませんでした
Τε-μορφή
破門して
Δυνητική
破門できる
Προστακτική
破門しろ
Βουλητική
破門しよう
Υποθετική (ば)
破門すれば