禁きんじる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαγορεύω
  2. 02 καταστέλλω, συγκρατώ (π.χ. ένα συναίσθημα, το γέλιο, τα δάκρυα)

Παραδείγματα

  • ここでの飲食いんしょくを禁きんじる。

    Απαγορεύεται η κατανάλωση φαγητού και ποτού εδώ.

  • 法律ほうりつで個人情報こじんじょうほうの漏洩ろうえいを禁きんじている。

    Ο νόμος απαγορεύει τη διαρροή προσωπικών δεδομένων.

  • 彼かれは、その悲報ひほうを聞きいても、涙なみだを禁きんじ得えなかった。

    Ακόμα κι όταν άκουσε τα δυσάρεστα νέα, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
禁じる
Παρόν (ευγενικό)
禁じます
Άρνηση (απλή)
禁じない
Άρνηση (ευγενική)
禁じません
Παρελθόν (απλό)
禁じた
Παρελθόν (ευγενικό)
禁じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
禁じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
禁じませんでした
Τε-μορφή
禁じて
Δυνητική
禁じられる
Προστακτική
禁じろ
Βουλητική
禁じよう
Υποθετική (ば)
禁じれば