かまどこす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός σπάνιο πλουτίζω, αποκτώ οικογενειακή περιουσία
  2. 02 ιδιωματισμός σπάνιο γίνομαι αρχηγός οικογένειας

Κλίση

Παρόν (απλό)
竈を起こす
Παρόν (ευγενικό)
竈を起こします
Άρνηση (απλή)
竈を起こさない
Άρνηση (ευγενική)
竈を起こしません
Παρελθόν (απλό)
竈を起こした
Παρελθόν (ευγενικό)
竈を起こしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
竈を起こさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
竈を起こしませんでした
Τε-μορφή
竈を起こして
Δυνητική
竈を起こせる
Προστακτική
竈を起こせ
Βουλητική
竈を起こそう
Υποθετική (ば)
竈を起こせば