競作
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συναγωνίζομαι στη δημιουργία (σύνθεση, σχεδίαση, συγγραφή κ.λπ.), διαγωνισμός για την παραγωγή ενός (καλλιτεχνικού, λογοτεχνικού κ.λπ.) έργου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 競作する
- Παρόν (ευγενικό)
- 競作します
- Άρνηση (απλή)
- 競作しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 競作しません
- Παρελθόν (απλό)
- 競作した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 競作しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 競作しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 競作しませんでした
- Τε-μορφή
- 競作して
- Δυνητική
- 競作できる
- Προστακτική
- 競作しろ
- Βουλητική
- 競作しよう
- Υποθετική (ば)
- 競作すれば
- Υποθετική (たら)
- 競作したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 競作したい
- Απαγορευτική (~な)
- 競作するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 競作しなさい
- Παθητική
- 競作される
- Αιτιατική
- 競作させる