精励恪勤
ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός επιμέλεια, ευσυνείδητη ενασχόληση με τις σπουδές ή τα καθήκοντα κάποιου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 精励恪勤する
- Παρόν (ευγενικό)
- 精励恪勤します
- Άρνηση (απλή)
- 精励恪勤しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 精励恪勤しません
- Παρελθόν (απλό)
- 精励恪勤した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 精励恪勤しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 精励恪勤しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 精励恪勤しませんでした
- Τε-μορφή
- 精励恪勤して
- Δυνητική
- 精励恪勤できる
- Προστακτική
- 精励恪勤しろ
- Βουλητική
- 精励恪勤しよう
- Υποθετική (ば)
- 精励恪勤すれば
- Υποθετική (たら)
- 精励恪勤したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 精励恪勤したい
- Απαγορευτική (~な)
- 精励恪勤するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 精励恪勤しなさい
- Παθητική
- 精励恪勤される
- Αιτιατική
- 精励恪勤させる