しゅうぎょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λήξη ωραρίου εργασίας, σχόλασμα
  2. 02 λήξη σχολικού τριμήνου, τέλος σχολικού έτους

Κλίση

Παρόν (απλό)
終業する
Παρόν (ευγενικό)
終業します
Άρνηση (απλή)
終業しない
Άρνηση (ευγενική)
終業しません
Παρελθόν (απλό)
終業した
Παρελθόν (ευγενικό)
終業しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
終業しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
終業しませんでした
Τε-μορφή
終業して
Δυνητική
終業できる
Προστακτική
終業しろ
Βουλητική
終業しよう
Υποθετική (ば)
終業すれば