れいさっぱり

επίρρημα, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα οριστικά και αμετάκλητα, εντελώς
  2. 02 πεντακάθαρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
綺麗さっぱりする
Παρόν (ευγενικό)
綺麗さっぱりします
Άρνηση (απλή)
綺麗さっぱりしない
Άρνηση (ευγενική)
綺麗さっぱりしません
Παρελθόν (απλό)
綺麗さっぱりした
Παρελθόν (ευγενικό)
綺麗さっぱりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
綺麗さっぱりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
綺麗さっぱりしませんでした
Τε-μορφή
綺麗さっぱりして
Δυνητική
綺麗さっぱりできる
Προστακτική
綺麗さっぱりしろ
Βουλητική
綺麗さっぱりしよう
Υποθετική (ば)
綺麗さっぱりすれば