nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 縛
縛

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 16 πινελιές | Ρίζα: 糸 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 δένω
  2. 02 συλλαμβάνω
  3. 03 δένω
  4. 04 δένω
  5. 05 συγκρατώ

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

バク

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

しば.る

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 縛る δένω, στερεώνω
  • 捕縛 σύλληψη, καταδίωξη, αιχμαλωσία
  • 束縛 περιορισμός, δέσμευση, δεσμά, ζυγός, αλυσίδες
  • 呪縛 ξόρκι που περιορίζει τις κινήσεις κάποιου, δεσμευτικό ξόρκι
  • 縛り付ける δένω, περιορίζω, εγκλείω, δεσμεύω, στερεώνω
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων