締め
ουσιαστικό, άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 δέσιμο, στερέωμα, σύσφιξη
- 02 σύνολο, άθροισμα
- 03 επίλογος (π.χ. μιας συγκέντρωσης), τέλος, ολοκλήρωση
- 04 τελικό γεύμα μετά από οινοποσία
- 05 φαγητό που παρασκευάζεται μετά από νάμπε προσθέτοντας ρύζι ή νουντλς στον ζωμό που περίσσεψε
- 06 συντομογραφία προθεσμία, κλείσιμο, καταληκτική ημερομηνία
- 07 τεχνική στραγγαλισμού (στο τζούντο), λαβή πνιγμού
- 08 σημάδι κλεισίματος
- 09 επιμετρητής για δέσμες (ξύλων, βαμβακιού, κ.λπ.)
- 10 επιμετρητής για δεσμίδες 2.000 φύλλων ιαπωνικού χαρτιού γραφής