緩む
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 χαλαρώνω, ξεσφίγγω (π.χ. σκοινί)
- 02 χαλαρώνω, ηρεμώ, εφησυχάζω
- 03 ατονώ, χαλαρώνω (π.χ. κρύο, επίβλεψη), γίνομαι χαλαρός
- 04 μαλακώνω (π.χ. έδαφος, έκφραση προσώπου), λιώνω μερικώς (για πάγο)
- 05 μειώνομαι (π.χ. ταχύτητα)
- 06 υποχωρώ ελαφρώς (για τιμή αγοράς)
Παραδείγματα
-
紐が緩む。
Το κορδόνι χαλαρώνει.
-
厳しかった規則が少し緩んだ。
Οι αυστηροί κανόνες χαλάρωσαν λίγο.
-
試験が終わって、みんなの緊張感が一気に緩んだ。
Μόλις τελείωσαν οι εξετάσεις, η ένταση όλων έπεσε αμέσως.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 緩む
- Παρόν (ευγενικό)
- 緩みます
- Άρνηση (απλή)
- 緩まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 緩みません
- Παρελθόν (απλό)
- 緩んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 緩みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 緩まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 緩みませんでした
- Τε-μορφή
- 緩んで
- Δυνητική
- 緩める
- Προστακτική
- 緩め
- Βουλητική
- 緩もう
- Υποθετική (ば)
- 緩めば
- Υποθετική (たら)
- 緩んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 緩みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 緩むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 緩みなさい
- Παθητική
- 緩まれる
- Αιτιατική
- 緩ませる