いましめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δένω (με σκοινί, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
縛める
Παρόν (ευγενικό)
縛めます
Άρνηση (απλή)
縛めない
Άρνηση (ευγενική)
縛めません
Παρελθόν (απλό)
縛めた
Παρελθόν (ευγενικό)
縛めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
縛めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
縛めませんでした
Τε-μορφή
縛めて
Δυνητική
縛められる
Προστακτική
縛めろ
Βουλητική
縛めよう
Υποθετική (ば)
縛めれば