しば

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δένω, στερεώνω
  2. 02 περιορίζω (την ελευθερία), δεσμεύω (με κανόνες, κανονισμούς, κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • ひもではこしば

    Δένω το κουτί με σχοινί.

  • かれ規則きそくしばられて、自由じゆうがない。

    Είναι δέσμιος των κανόνων και δεν έχει ελευθερία.

  • 過去かこ失敗しっぱいしばられず、前向まえむきにかんがえることが大切たいせつだ。

    Είναι σημαντικό να κοιτάμε μπροστά και να σκεφτόμαστε θετικά, χωρίς να μας κρατούν πίσω οι αποτυχίες του παρελθόντος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
縛る
Παρόν (ευγενικό)
縛ります
Άρνηση (απλή)
縛らない
Άρνηση (ευγενική)
縛りません
Παρελθόν (απλό)
縛った
Παρελθόν (ευγενικό)
縛りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
縛らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
縛りませんでした
Τε-μορφή
縛って
Δυνητική
縛れる
Προστακτική
縛れ
Βουλητική
縛ろう
Υποθετική (ば)
縛れば