縮かむ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μουδιάζω (π.χ. από το κρύο)
- 02 συρρικνώνομαι, μαζεύω, μειώνομαι (σε μέγεθος)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 縮かむ
- Παρόν (ευγενικό)
- 縮かみます
- Άρνηση (απλή)
- 縮かまない
- Άρνηση (ευγενική)
- 縮かみません
- Παρελθόν (απλό)
- 縮かんだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 縮かみました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 縮かまなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 縮かみませんでした
- Τε-μορφή
- 縮かんで
- Δυνητική
- 縮かめる
- Προστακτική
- 縮かめ
- Βουλητική
- 縮かもう
- Υποθετική (ば)
- 縮かめば
- Υποθετική (たら)
- 縮かんだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 縮かみたい
- Απαγορευτική (~な)
- 縮かむな
- Προστακτική (ευγενική)
- 縮かみなさい
- Παθητική
- 縮かまれる
- Αιτιατική
- 縮かませる