考かんがえる

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκέφτομαι, συλλογίζομαι, στοχάζομαι, αναλογίζομαι, διαλογίζομαι
  2. 02 λαμβάνω υπόψη, εξετάζω, συνυπολογίζω, έχω κατά νου
  3. 03 νομίζω, πιστεύω, θεωρώ, κρίνω, συμπεραίνω, υποψιάζομαι
  4. 04 σκοπεύω, σκέφτομαι, σχεδιάζω
  5. 05 προβλέπω, προσδοκώ, περιμένω, φαντάζομαι
  6. 06 επινοώ, βρίσκω, μηχανεύομαι, σχεδιάζω
  7. 07 θεωρώ (ως), βλέπω, παίρνω (ως)

Παραδείγματα

  • 私わたしは考かんがえます。

    Εγώ σκέφτομαι.

  • 将来しょうらいについて考かんがえています。

    Σκέφτομαι για το μέλλον.

  • その問題もんだいを解決かいけつするために、様々さまざまな方法ほうほうを考かんがえる必要ひつようがあります。

    Για να λύσουμε αυτό το πρόβλημα, πρέπει να σκεφτούμε διάφορες μεθόδους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
考える
Παρόν (ευγενικό)
考えます
Άρνηση (απλή)
考えない
Άρνηση (ευγενική)
考えません
Παρελθόν (απλό)
考えた
Παρελθόν (ευγενικό)
考えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
考えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
考えませんでした
Τε-μορφή
考えて
Δυνητική
考えられる
Προστακτική
考えろ
Βουλητική
考えよう
Υποθετική (ば)
考えれば