肩透かしを食う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός απογοητεύομαι, νιώθω να με απογοητεύουν
- 02 ιδιωματισμός βλέπω κάποιον να αποφεύγει την επίθεσή μου (ερώτηση κ.λπ.), μένω με την όρεξη ενώ ο άλλος μου διαφεύγει
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 肩透かしを食う
- Παρόν (ευγενικό)
- 肩透かしを食います
- Άρνηση (απλή)
- 肩透かしを食わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 肩透かしを食いません
- Παρελθόν (απλό)
- 肩透かしを食った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 肩透かしを食いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 肩透かしを食わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 肩透かしを食いませんでした
- Τε-μορφή
- 肩透かしを食って
- Δυνητική
- 肩透かしを食える
- Προστακτική
- 肩透かしを食え
- Βουλητική
- 肩透かしを食おう
- Υποθετική (ば)
- 肩透かしを食えば
- Υποθετική (たら)
- 肩透かしを食ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 肩透かしを食いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 肩透かしを食うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 肩透かしを食いなさい
- Παθητική
- 肩透かしを食われる
- Αιτιατική
- 肩透かしを食わせる