すじばす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τεντώνω τη ράχη μου (π.χ. στέκομαι ίσια, κάθομαι ίσια), έχω το κεφάλι μου ψηλά

Παραδείγματα

  • 背筋せすじばしてすわります。

    Κάθομαι με ίσια πλάτη.

  • 背筋せすじばして自信じしんって発表はっぴょうしました。

    Στάθηκα με ίσια πλάτη και έκανα την παρουσίαση με αυτοπεποίθηση.

  • つらときでも、背筋せすじばしてまえくことが大切たいせつだとおしえられました。

    Μου έμαθαν ότι ακόμα και σε δύσκολες στιγμές, είναι σημαντικό να κρατάς το κεφάλι ψηλά και να κοιτάς μπροστά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
背筋を伸ばす
Παρόν (ευγενικό)
背筋を伸ばします
Άρνηση (απλή)
背筋を伸ばさない
Άρνηση (ευγενική)
背筋を伸ばしません
Παρελθόν (απλό)
背筋を伸ばした
Παρελθόν (ευγενικό)
背筋を伸ばしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
背筋を伸ばさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
背筋を伸ばしませんでした
Τε-μορφή
背筋を伸ばして
Δυνητική
背筋を伸ばせる
Προστακτική
背筋を伸ばせ
Βουλητική
背筋を伸ばそう
Υποθετική (ば)
背筋を伸ばせば