すい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαγειρεύω για τον εαυτό μου, ετοιμάζω το φαγητό μου, μαγειρεύω μόνος μου
  2. 02 καθομιλουμένη σκανάρω ένα βιβλίο ή περιοδικό μόνος μου για τη δημιουργία ηλεκτρονικού βιβλίου

Κλίση

Παρόν (απλό)
自炊する
Παρόν (ευγενικό)
自炊します
Άρνηση (απλή)
自炊しない
Άρνηση (ευγενική)
自炊しません
Παρελθόν (απλό)
自炊した
Παρελθόν (ευγενικό)
自炊しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
自炊しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
自炊しませんでした
Τε-μορφή
自炊して
Δυνητική
自炊できる
Προστακτική
自炊しろ
Βουλητική
自炊しよう
Υποθετική (ば)
自炊すれば