荒あらげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγριεύω (π.χ. τη στάση κάποιου), υψώνω (τη φωνή κάποιου)

Παραδείγματα

  • 声こえを荒あらげないでください。

    Μην υψώνετε τη φωνή σας.

  • 彼かれはすぐに態度たいどを荒あらげるので、話はなししにくいです。

    Είναι δύσκολο να του μιλήσεις γιατί αμέσως γίνεται επιθετικός.

  • 議論ぎろんが白熱はくねつしてくると、人ひとは感情的かんじょうてきになりがちで、つい声こえを荒あらげてしまうことがあります。

    Όταν μια συζήτηση θερμαίνεται, οι άνθρωποι τείνουν να γίνονται συναισθηματικοί και μπορεί να υψώσουν τη φωνή τους χωρίς να το καταλάβουν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
荒げる
Παρόν (ευγενικό)
荒げます
Άρνηση (απλή)
荒げない
Άρνηση (ευγενική)
荒げません
Παρελθόν (απλό)
荒げた
Παρελθόν (ευγενικό)
荒げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
荒げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
荒げませんでした
Τε-μορφή
荒げて
Δυνητική
荒げられる
Προστακτική
荒げろ
Βουλητική
荒げよう
Υποθετική (ば)
荒げれば