すさ

ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγριεύω, εγκαταλείπομαι, εκφυλίζομαι
  2. 02 γίνομαι τραχύς (για τέχνη, τεχνική κ.λπ.), χάνω τη φινέτσα μου, φθίνω (για δεξιότητες)
  3. 03 εντείνομαι (για άνεμο, βροχή κ.λπ.), γίνομαι πιο σφοδρός
  4. 04 αρχαϊκό κάνω ό,τι θέλω, διασκεδάζω, ξεφαντώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
荒ぶ
Παρόν (ευγενικό)
荒びます
Άρνηση (απλή)
荒ばない
Άρνηση (ευγενική)
荒びません
Παρελθόν (απλό)
荒んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
荒びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
荒ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
荒びませんでした
Τε-μορφή
荒んで
Δυνητική
荒べる
Προστακτική
荒べ
Βουλητική
荒ぼう
Υποθετική (ば)
荒べば