すさ

ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγριεύω, καταντώ παραμελημένος, εκφυλίζομαι
  2. 02 γίνομαι τραχύς (για τέχνη, χειροτεχνία κ.λπ.), χάνω τη φινέτσα μου, φθείρομαι (για ικανότητα)
  3. 03 εντείνομαι (για άνεμο, βροχή κ.λπ.), γίνομαι πιο σφοδρός

Κλίση

Παρόν (απλό)
荒む
Παρόν (ευγενικό)
荒みます
Άρνηση (απλή)
荒まない
Άρνηση (ευγενική)
荒みません
Παρελθόν (απλό)
荒んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
荒みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
荒まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
荒みませんでした
Τε-μορφή
荒んで
Δυνητική
荒める
Προστακτική
荒め
Βουλητική
荒もう
Υποθετική (ば)
荒めば