あららげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τραχύνω, αγριεύω (π.χ. τη στάση κάποιου), υψώνω (π.χ. τη φωνή μου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
荒らげる
Παρόν (ευγενικό)
荒らげます
Άρνηση (απλή)
荒らげない
Άρνηση (ευγενική)
荒らげません
Παρελθόν (απλό)
荒らげた
Παρελθόν (ευγενικό)
荒らげました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
荒らげなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
荒らげませんでした
Τε-μορφή
荒らげて
Δυνητική
荒らげられる
Προστακτική
荒らげろ
Βουλητική
荒らげよう
Υποθετική (ば)
荒らげれば