らしまわ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισβάλλω ορμητικά, λεηλατώ, προκαλώ καταστροφές, ρημάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
荒らし回る
Παρόν (ευγενικό)
荒らし回ります
Άρνηση (απλή)
荒らし回らない
Άρνηση (ευγενική)
荒らし回りません
Παρελθόν (απλό)
荒らし回った
Παρελθόν (ευγενικό)
荒らし回りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
荒らし回らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
荒らし回りませんでした
Τε-μορφή
荒らし回って
Δυνητική
荒らし回れる
Προστακτική
荒らし回れ
Βουλητική
荒らし回ろう
Υποθετική (ば)
荒らし回れば