荒あらす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρημάζω, καταστρέφω, προκαλώ ζημιά
  2. 02 εισβάλλω, παραβιάζω τον χώρο
  3. 03 καθομιλουμένη τρολάρω (π.χ. σε διαδικτυακά φόρουμ), σπαμάρω

Παραδείγματα

  • 犬いぬが庭にわを荒あららす。

    Ο σκύλος καταστρέφει τον κήπο.

  • 嵐あらしが町まちを荒あららした。

    Η καταιγίδα κατέστρεψε την πόλη.

  • 容疑者ようぎしゃは証拠しょうこを隠かくすために現場げんばを荒あららしたと警察けいさつは見みている。

    Η αστυνομία πιστεύει ότι ο ύποπτος παραβίασε τη σκηνή του εγκλήματος για να κρύψει στοιχεία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
荒らす
Παρόν (ευγενικό)
荒らします
Άρνηση (απλή)
荒らさない
Άρνηση (ευγενική)
荒らしません
Παρελθόν (απλό)
荒らした
Παρελθόν (ευγενικό)
荒らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
荒らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
荒らしませんでした
Τε-μορφή
荒らして
Δυνητική
荒らせる
Προστακτική
荒らせ
Βουλητική
荒らそう
Υποθετική (ば)
荒らせば