荒れ果てる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ερειπώνομαι, καταντώ ερείπιο, παραμελούμαι σε μεγάλο βαθμό, ερημώνομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 荒れ果てる
- Παρόν (ευγενικό)
- 荒れ果てます
- Άρνηση (απλή)
- 荒れ果てない
- Άρνηση (ευγενική)
- 荒れ果てません
- Παρελθόν (απλό)
- 荒れ果てた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 荒れ果てました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 荒れ果てなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 荒れ果てませんでした
- Τε-μορφή
- 荒れ果てて
- Δυνητική
- 荒れ果てられる
- Προστακτική
- 荒れ果てろ
- Βουλητική
- 荒れ果てよう
- Υποθετική (ば)
- 荒れ果てれば
- Υποθετική (たら)
- 荒れ果てたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 荒れ果てたい
- Απαγορευτική (~な)
- 荒れ果てるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 荒れ果てなさい
- Παθητική
- 荒れ果てられる
- Αιτιατική
- 荒れ果てさせる