くる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μανιάζω, ξεσαλώνω, παραφέρομαι, χάνω τον έλεγχο
  2. 02 μανιάζω (για καταιγίδα, κύματα κ.λπ.), λυσσομανώ (για τον άνεμο), γίνομαι αγριεμένος, γίνομαι βίαιος

Κλίση

Παρόν (απλό)
荒れ狂う
Παρόν (ευγενικό)
荒れ狂います
Άρνηση (απλή)
荒れ狂わない
Άρνηση (ευγενική)
荒れ狂いません
Παρελθόν (απλό)
荒れ狂った
Παρελθόν (ευγενικό)
荒れ狂いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
荒れ狂わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
荒れ狂いませんでした
Τε-μορφή
荒れ狂って
Δυνητική
荒れ狂える
Προστακτική
荒れ狂え
Βουλητική
荒れ狂おう
Υποθετική (ば)
荒れ狂えば