あらかせ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εύκολο και γρήγορο κέρδος, αρπαχτή
  2. 02 παρωχημένο ληστεία, ληστής

Κλίση

Παρόν (απλό)
荒稼ぎする
Παρόν (ευγενικό)
荒稼ぎします
Άρνηση (απλή)
荒稼ぎしない
Άρνηση (ευγενική)
荒稼ぎしません
Παρελθόν (απλό)
荒稼ぎした
Παρελθόν (ευγενικό)
荒稼ぎしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
荒稼ぎしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
荒稼ぎしませんでした
Τε-μορφή
荒稼ぎして
Δυνητική
荒稼ぎできる
Προστακτική
荒稼ぎしろ
Βουλητική
荒稼ぎしよう
Υποθετική (ば)
荒稼ぎすれば