荒こう野や

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άγονος τόπος, ερημιά, ακατοίκητη γη, λιβάδι, απέραντη πεδιάδα, άγρια φύση, έρημος, άγρια έκταση

Παραδείγματα

  • そこは荒野こうやです。

    Είναι μια ερημιά εκεί.

  • 広大こうだいな荒野こうやを見渡みわたします。

    Ατενίζω μια απέραντη έκταση άγριας φύσης.

  • 彼かれらは水みずを求もとめて、灼熱しゃくねつの荒野こうやを何日なんにちも歩あるき続つづけました。

    Περπατούσαν για μέρες στην καυτή έρημο αναζητώντας νερό.