とろかす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λιώνω (ατσάλι κ.ά.), υγροποιώ, μαλακώνω
  2. 02 λιώνω (την καρδιά κάποιου), αφοπλίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
蕩かす
Παρόν (ευγενικό)
蕩かします
Άρνηση (απλή)
蕩かさない
Άρνηση (ευγενική)
蕩かしません
Παρελθόν (απλό)
蕩かした
Παρελθόν (ευγενικό)
蕩かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蕩かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蕩かしませんでした
Τε-μορφή
蕩かして
Δυνητική
蕩かせる
Προστακτική
蕩かせ
Βουλητική
蕩かそう
Υποθετική (ば)
蕩かせば