nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 蕩
蕩

15 πινελιές | Ρίζα: 艸 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 λιώνω
  2. 02 γοητεύομαι
  3. 03 γοητευμένος

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

トウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

とろ.かす、とろ.ける、うご.く

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 蕩ける λιώνω (και γίνομαι μαλακός ή ρευστός)
  • 放蕩 ασωτία, σπατάλη, ξεπεσμός
  • 淫蕩 ασέλγεια, διαφθορά, ακόλαστη συμπεριφορά, λαγνεία
  • 揺蕩う λικνίζομαι, παρασύρομαι, ανεμίζω, τρεμοπαίζω
  • 蕩かす λιώνω (ατσάλι κ.ά.), υγροποιώ, μαλακώνω
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων