とろける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα λιώνω (και γίνομαι μαλακός ή ρευστός)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα μαγεύομαι (από), γοητεύομαι, σαγηνεύομαι

Παραδείγματα

  • アイスクリームがとろける

    Το παγωτό λιώνει.

  • 美味おいしいチーズがくちなかとろけるようだ。

    Το νόστιμο τυρί μοιάζει να λιώνει στο στόμα μου.

  • かれやさしい眼差まなざしにわたしこころとろけてしまった。

    Το βλέμμα του ήταν τόσο γλυκό που με μάγεψε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
蕩ける
Παρόν (ευγενικό)
蕩けます
Άρνηση (απλή)
蕩けない
Άρνηση (ευγενική)
蕩けません
Παρελθόν (απλό)
蕩けた
Παρελθόν (ευγενικό)
蕩けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蕩けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蕩けませんでした
Τε-μορφή
蕩けて
Δυνητική
蕩けられる
Προστακτική
蕩けろ
Βουλητική
蕩けよう
Υποθετική (ば)
蕩ければ