薄うすれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεθωριάζω, αμυδρεύω, εξασθενώ

Παραδείγματα

  • 記憶きおくが薄うすれる。

    Οι αναμνήσεις εξασθενούν.

  • 時間じかんが経たつにつれて、悲かなしみも薄うすれていく。

    Με τον καιρό, η λύπη εξασθενεί.

  • あの日ひの出来事できごとは今いまでも鮮明せんめいだが、その時とき感かんじた感情かんじょうの激はげしさは少すこしずつ薄うすれていくのを感かんじる。

    Τα γεγονότα εκείνης της ημέρας είναι ακόμα ζωντανά, αλλά νιώθω την ένταση των συναισθημάτων που ένιωσα τότε να εξασθενεί σιγά σιγά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
薄れる
Παρόν (ευγενικό)
薄れます
Άρνηση (απλή)
薄れない
Άρνηση (ευγενική)
薄れません
Παρελθόν (απλό)
薄れた
Παρελθόν (ευγενικό)
薄れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
薄れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
薄れませんでした
Τε-μορφή
薄れて
Δυνητική
薄れられる
Προστακτική
薄れろ
Βουλητική
薄れよう
Υποθετική (ば)
薄れれば