行き倒れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταρρέω στον δρόμο (από ασθένεια, πείνα, εξάντληση κ.λπ.), πεθαίνω πέφτοντας στον δρόμο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 行き倒れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 行き倒れます
- Άρνηση (απλή)
- 行き倒れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 行き倒れません
- Παρελθόν (απλό)
- 行き倒れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 行き倒れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 行き倒れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 行き倒れませんでした
- Τε-μορφή
- 行き倒れて
- Δυνητική
- 行き倒れられる
- Προστακτική
- 行き倒れろ
- Βουλητική
- 行き倒れよう
- Υποθετική (ば)
- 行き倒れれば
- Υποθετική (たら)
- 行き倒れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 行き倒れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 行き倒れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 行き倒れなさい
- Παθητική
- 行き倒れられる
- Αιτιατική
- 行き倒れさせる