だおれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταρρέω στον δρόμο (από ασθένεια, πείνα, εξάντληση κ.λπ.), πεθαίνω πέφτοντας στον δρόμο

Κλίση

Παρόν (απλό)
行き倒れる
Παρόν (ευγενικό)
行き倒れます
Άρνηση (απλή)
行き倒れない
Άρνηση (ευγενική)
行き倒れません
Παρελθόν (απλό)
行き倒れた
Παρελθόν (ευγενικό)
行き倒れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
行き倒れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
行き倒れませんでした
Τε-μορφή
行き倒れて
Δυνητική
行き倒れられる
Προστακτική
行き倒れろ
Βουλητική
行き倒れよう
Υποθετική (ば)
行き倒れれば