行く
ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 πηγαίνω, κινούμαι (προς), κατευθύνομαι (προς), αναχωρώ (για)
- 02 κινούμαι μέσα από, ταξιδεύω σε, διασχίζω, περπατάω κατά μήκος (π.χ. ενός δρόμου)
- 03 πηγαίνω (καλά, άσχημα κ.λπ.), προχωρώ, αποβαίνω, εξελίσσομαι, τα πάω
- 04 κάνω (με συγκεκριμένο τρόπο), επιλέγω, δοκιμάζω
- 05 περνάω (για χρόνο, εποχές κ.λπ.)
- 06 ρέω
- 07 πεθαίνω, αποβιώνω
- 08 φτάνω (σε ένα στάδιο, έκταση, ηλικία κ.λπ.)
- 09 φτάνω (για πληροφορίες, οδηγίες, άνεμο κ.λπ.), φτάνω
- 10 συνήθως γραμμένο με κάνα συνεχίζω, προχωρώ σταθερά, προοδεύω σταδιακά, αναπτύσσομαι προοδευτικά
- 11 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη παθαίνω οργασμό, φτάνω σε οργασμό
- 12 συνήθως γραμμένο με κάνα αργκό φτιάχνομαι, παίρνω ουσίες, έχω ναρκωτική ψευδαίσθηση, παθαίνω παραισθήσεις (από ναρκωτικά)
Παραδείγματα
-
駅へ行きます。
Πάω στον σταθμό.
-
今度の週末、家族で旅行に行く予定です。
Αυτό το Σαββατοκύριακο έχουμε σκοπό να πάμε ταξίδι με την οικογένεια.
-
新しい事業が軌道に乗って、順調に行けば更なる発展が見込まれます。
Αν η νέα επιχείρηση μπει σε τροχιά και πάει καλά, αναμένεται περαιτέρω ανάπτυξη.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 行く
- Παρόν (ευγενικό)
- 行きます
- Άρνηση (απλή)
- 行かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 行きません
- Παρελθόν (απλό)
- 行った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 行きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 行かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 行きませんでした
- Τε-μορφή
- 行って
- Δυνητική
- 行ける
- Προστακτική
- 行け
- Βουλητική
- 行こう
- Υποθετική (ば)
- 行けば
- Υποθετική (たら)
- 行ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 行きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 行くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 行きなさい
- Παθητική
- 行かれる
- Αιτιατική
- 行かせる