装よそおう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: よそう

  1. 01 ντύνομαι, φοράω, στολίζω, διακοσμώ
  2. 02 προσποιούμαι, υποκρίνομαι, παριστάνω, μεταμφιέζομαι ως

Παραδείγματα

  • 彼女かのじょは美うつくしく装よそおった。

    Ντύθηκε όμορφα.

  • 店みせはクリスマスに向むけて華はなやかに装よそおわれていた。

    Το μαγαζί ήταν στολισμένο λαμπρά για τα Χριστούγεννα.

  • 彼かれは何事なにごともなかったかのように平静へいせいを装よそおったが、実じつは内心ないしんでは動揺どうようしていた。

    Προσποιήθηκε πως ήταν ήρεμος σαν να μη συνέβη τίποτα, αλλά στην πραγματικότητα μέσα του ήταν ταραγμένος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
装う
Παρόν (ευγενικό)
装います
Άρνηση (απλή)
装わない
Άρνηση (ευγενική)
装いません
Παρελθόν (απλό)
装った
Παρελθόν (ευγενικό)
装いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
装わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
装いませんでした
Τε-μορφή
装って
Δυνητική
装える
Προστακτική
装え
Βουλητική
装おう
Υποθετική (ば)
装えば