見みる

ρήμα, άλλο | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βλέπω, κοιτάζω, παρακολουθώ, παρατηρώ
  2. 02 εξετάζω, ελέγχω, αξιολογώ, κρίνω
  3. 03 φροντίζω, προσέχω, επιβλέπω
  4. 04 βιώνω, αντιμετωπίζω, υφίσταμαι (π.χ. κακοτυχία, επιτυχία κ.λπ.)
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα δοκιμάζω (κάτι), προσπαθώ
  6. 06 συνήθως γραμμένο με κάνα βλέπω (ότι), διαπιστώνω (ότι)

Παραδείγματα

  • 私わたしはテレビを見みます。

    Βλέπω τηλεόραση.

  • 彼かれがどうするか、しばらく様子ようすを見みましょう。

    Ας δούμε για λίγο τι θα κάνει.

  • 彼女かのじょの才能さいのうは将来しょうらいが楽たのしみだと思おもわせるものがあるが、まだ少すこし様子ようすを見みる必要ひつようがあるだろう。

    Το ταλέντο της σε κάνει να ανυπομονείς για το μέλλον της, αλλά ίσως χρειαστεί ακόμα λίγο χρόνο για να δούμε πώς θα εξελιχθεί.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見る
Παρόν (ευγενικό)
見ます
Άρνηση (απλή)
見ない
Άρνηση (ευγενική)
見ません
Παρελθόν (απλό)
見た
Παρελθόν (ευγενικό)
見ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見ませんでした
Τε-μορφή
見て
Δυνητική
見られる
Προστακτική
見ろ
Βουλητική
見よう
Υποθετική (ば)
見れば