見み守まもる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιβλέπω, παρακολουθώ, προσέχω, φυλάω
  2. 02 κοιτάζω επίμονα, ατενίζω, παρακολουθώ (και βλέπω τι θα συμβεί), ακολουθώ

Παραδείγματα

  • 親おやは子供こどもを見守みまもります。

    Οι γονείς προσέχουν τα παιδιά τους.

  • 先生せんせいは生徒せいとの成長せいちょうを温あたたかく見守みまもっています。

    Ο δάσκαλος παρακολουθεί με ζεστασιά την ανάπτυξη των μαθητών του.

  • 彼かれは遠とおくから、自分じぶんが手てがけた計画けいかくが順調じゅんちょうに進すすむのを、ただ静しずかに見守みまもっていた。

    Από μακριά, παρακολουθούσε σιωπηλά το σχέδιο που είχε αναλάβει ο ίδιος να εξελίσσεται ομαλά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見守る
Παρόν (ευγενικό)
見守ります
Άρνηση (απλή)
見守らない
Άρνηση (ευγενική)
見守りません
Παρελθόν (απλό)
見守った
Παρελθόν (ευγενικό)
見守りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見守らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見守りませんでした
Τε-μορφή
見守って
Δυνητική
見守れる
Προστακτική
見守れ
Βουλητική
見守ろう
Υποθετική (ば)
見守れば